σεισμῶν

σεισμῶν
σεισμός
shaking
masc gen pl

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • σεισμολογία — Κλάδος της γεωφυσικής, που εξετάζει τα σεισμικά φαινόμενα, δηλαδή τους σεισμούς και το σύνολο των εκδηλώσεων που συνδέονται με αυτούς. Κύριος σκοπός της σ. είναι η έρευνα του τρόπου διάδοσης, των σεισμικών κυμάτων που γεννιούνται στην εστία του… …   Dictionary of Greek

  • περιειρηνικός — ή, ό, Ν φρ. «περιειρηνική ζώνη» ζώνη σεισμικών επικέντρων που περιβάλλει τον Ειρηνικό Ωκεανό, η οποία συνδέεται σε όλη της την έκταση με ηφαίστεια και αποτελεί την πηγή τών 90% τών σεισμών μικρού βάθους και ουσιαστικά όλων τών σεισμών μεγάλου… …   Dictionary of Greek

  • σεισμικότητα — η, Ν [σεισμικός] (γεωφ.) το μέτρο τής συχνότητας τών σεισμών σε μια περιοχή, όπως είναι λ.χ. ο αριθμός τών σεισμών ανά έτος σε 100 τετραγωνικά χιλιόμετρα …   Dictionary of Greek

  • σεισμός — Κατάσταση σφοδρής και ταχύτατης δόνησης μεγάλων ή μικρών τμημάτων του φλοιού της Γης, που προέρχεται από ενδογενή αίτια. Όταν σε μια ζώνη του εσωτερικού της Γης συμβεί μια απρόβλεπτη διατάραξη της ισοστατικής ισορροπίας των μαζών, με σύγχρονη… …   Dictionary of Greek

  • χιλή — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Χιλής Συντομευμένη Ονομασία: Χιλή Εκταση: 756.950 τ.χλμ. Πληθυσμός: 15.498.930 (Ιούλιος 2002) Πρωτεύουσα: ΣαντιάγοΚράτος της Νότιας Αμερικής. Συνορεύει στα Β και ΒΑ με το Περού και τη Βολιβία αντίστοιχα και στα Α… …   Dictionary of Greek

  • ΒAN — (αρκτικόλεξο από τα αρχιγράμματα των επιθέτων των καθηγητών Βαρώτσου, Αλεξόπουλου και Νομικού). Μέθοδος πρόβλεψης των σεισμών. Η μέθοδος ΒΑΝ βασίζεται στην έρευνα των λεγόμενων ανωμαλιών του πλέγματος των στερεών, ενός πεδίου της φυσικής… …   Dictionary of Greek

  • Βαρώτσος, Παναγιώτης — (Πάτρα1947 –). Φυσικός. Αποφοίτησε το 1970 από το Πανεπιστήμιο Αθηνών, ενώ ολοκλήρωσε σε αυτό το 1972 τη διδακτορική διατριβή του στη φυσική στερεάς κατάστασης. Το 1986 εξελέγη καθηγητής φυσικής στερεάς κατάστασης στο ίδιο πανεπιστήμιο. Το 1981,… …   Dictionary of Greek

  • εγκατακρημνισιγενείς σεισμοί — Είδος σεισμών, οι οποίοι είναι μικρής σπουδαιότητας και εμφανίζονται σπάνια. Έχουν μικρή καταστρεπτική ενέργεια και η έντασή τους σπάνια πλησιάζει την ένταση ενός μεσαίου τεκτονικού σεισμού. Εξαιτίας της μικρής έκτασής τους, καθώς και του… …   Dictionary of Greek

  • Lydos — Lydos, Johannes Laurentius, geb. 490 v. Chr. zu Philadelphia in Lydien, kam 511 nach Constantinopel, wo er mehre wichtige Ämter bekleidete, namentlich unter Justinian erster Archivar wurde; 552 von diesem Amte entlassen, beschäftigte er sich… …   Pierer's Universal-Lexikon

  • CAEADAS — Graece Καιάδας,, barathrum erat prope Lacedaemonem, in quod malesicos conicere soliti erant; quemadmodum in Messeniacis Pausan. memorat, Aristomenem εἰς τὸν Καιἁδαν, in Caeadam, coniectum et ibi triduum commoratum, per sublustres> tenebras… …   Hofmann J. Lexicon universale

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”